Δευτέρα, 3 Δεκεμβρίου 2012

ΤΑ ΦΥΛΑ ΣΤΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΙΙb


ΤΑ ΦΥΛΑ ΣΤΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ                ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
Α΄ ΓΕΝΙΚΟΥ ΛΥΚΕΙΟΥ
ΔΙΔ.: Α. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΥ

ΚΕΙΜΕΝΟ 2ο                ΦΥΛΛΟ ΕΡΓΑΣΙΑΣ β     
ΑΤΟΜΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Η θητεία της πενθεράς (απόσπασμα)

  1. Ποιες πληροφορίες αντλείτε από το παρακάτω απόσπασμα για τη θέση της γυναίκας στα τέλη του 19ου αι. και στις αρχές του 20ου αι.; Πώς διαγράφεται η σχέση της Χαρμολίνας με τον γαμπρό της;
  2. Ο εσωτερικός μονόλογος της Χαρμολίνας στο τμήμα του κειμένου "Μία μωρίας ... με την ώρα του!” αφορά μια γυναίκα – πεθερά των αρχών του 20ου αιώνα. Μεταγράψτε τη σκέψη της Χαρμολίνας σε σκέψη μιας σύγχρονης πεθεράς · σκεφτείτε την αντίδραση μιας σύγχρονης πεθεράς σε μια παρόμοια οικογενειακή κατάσταση.


ΚΕΙΜΕΝΟ:
Αν υπήρχεν εις όλην την εξοχικήν συνοικίαν, κοντά εις τα Λιβάδια, γυνή πολυάσχολος, αύτη ήτον η Χαρμολίνα. Και αν υπήρχεν οικία, ισόγειον ή αυλόγυρος, όπου να μην παύει ποτέ ο καθημερινός βόμβος και θόρυβος, τούτο ήτον η αυλή και το ελαιοτριβείον του Ιακώβου Ματθαίου. Είς ξένος γείτων, όστις εγνώριζε τα κατ' αυτήν, και την έβλεπε συχνά εις τον δρόμον, αλλά δεν είχε μάθει ποτέ ακριβώς να προφέρει τ' όνομα της, μη γνωρίζων πώς να την ονομάζει, την απεκάλεσεν: «η πενθερά του γαμβρού της».
Μίαν ημέραν, η γειτόνισσα της Γκιουλή η Βοσταντζίνα, μία πρωτινή γραία, της είπε:
- Τι ήθελες, παιδάκι μου, να 'μβείς στα βάσανα του κόσμου!
Η Χαρμολίνα εγέλασεν εκ καρδίας, ακούσασα την επιφώνησιν ταύτην της γραίας. Ω! ήτον τόσος καιρός ήδη, αφότου αυτή είχεν εμβεί «στα βάσανα του κόσμου». Και της εφαίνετο ως όνειρον. Και το όνειρον είχε καλυφθεί,[ …], και είχε ταφεί εις το παρελθόν, [...]
Αλλά τι ενόει άρα η απλοϊκή γραία με «τα βάσανα του κόσμου»; Ενόει διατί να υπανδρευθεί, προ τριακονταετίας, η χήρα αυτή ή διατί να υπανδρεύσει την κόρην της;
Ο λόγος της αρχαϊκής γραίας τής ήρχετο εις τον νούν, εις του νυσταγμού τας μεσημβρινάς ώρας, των μακρών του θέρους ημερών. Και τ' όνειρον ή ο λογισμός της, ιδού ως έγγιστα ποίαν μορφήν ελάμβανε.
«Μίαν μωρίαν φαίνεται ότι έκαμα εις την ζωήν μου, και αυτήν δεν ημπορούσα να την αποφύγω. Άφησα τους γονείς μου να με πανδρέψουν, επειδή αδύνατον ήτον να διαβάσω τα μαύρα γράμματα, τα οποία η Μοίρα γράφει εις το κρανίον μας, όπως λέγουν. Και μίαν φρονιμάδα ως φαίνεται, έκαμα, ότι δεν απεφάσισα να ξαναπανδρευθώ.
Κατόπιν της φρονιμάδας αυτής, η δευτέρα μωρία, ο γάμος της κόρης μου, ήτον επίσης άφευκτος... Αλλά μήπως, εάν η κόρη μου ενυμφεύετο ένα νεώτερον, θα έκαμνεν ολιγώτερα παιδιά, και θα είχα εγώ ολιγωτέρας φροντίδας;... Ίσως, αν ο γαμβρός μου ήτον ναυτικός (ω! πάλιν η θάλασσα με τα φαρμάκια της!) δεν θα είχα κατσίκες και προβατίνες να βόσκω, και δεν θα είχα γαϊδουρίτσαν διά να φορτώνω - και να πηγαίνω κάποτε κι εγώ καβάλα, να ξεκουράζωμαι - ω! ελεεινόν ξεκούρασμα...
Μίαν σωτηρίαν ευρίσκω· το να μην έχη γεννηθεί κανείς ποτέ ή να έχει αποθάνει με την ώρα του!...» […]
Εν απόγευμα, περί τας αρχάς του θέρους, όταν η πλουσία βλάστησις είχε κατακαλύψει τα Λιβάδια, ευωδία ήτο διαχυμένη ανά τον κήπον και την αυλήν, και άσματα παιδίων ηκούοντο γύρω-γύρω εις τον εξοχικόν δρόμον, ανάμεσα εις τους ανθοφορούντας φράκτας των κήπων και τους κισσοστεφείς τοίχους των μικρών επαύλεων, η θυγάτηρ της Χαρμολίνας, έγκυος εννέα μηνών, είχεν αισθανθεί τα πρώτα συμπτώματα των ωδίνων. Η χήρα ευρίσκετο εις την αυλήν, ασχολουμένη εις μικράς οικιακάς εργασίας, πλύνουσα, σκουπίζουσα, και άμα επιτηρούσα τα παιδία, προτρέπουσα αυτά «να κάμνουν φρόνιμα», όπως πάντοτε, και διδάσκουσα τας δύο μικράς, την Ρηνιώ και την Δεσποινιώ, ότι έπρεπε ν' αγαπούν το νέον «νινί», το οποίον θα τους έκαμνεν εντός ολίγου η μάννα τους, και το οποίον θα έφερνε μαζί του τηγανίτες, γλυκά, και χιλίων λογιών «καλούδια». […]
Την στιγμήν εκείνην ηκούσθη μία φωνή, όξω, από τον δρόμον, ένα παιδί εφώναζε:
-Θειά-Χαρμολίνα! θεια! Λύθηκε η γίδα στα Κοτρώνια!
Η Χαρμολίνα έτρεξε προς την πύλην του ελαιοτριβείου, την βορεινήν, κατά τα Λιβάδια.
Το ξένον παιδίον, αφού εφώναξεν από τον δρόμον την δυσάρεστον είδησιν, έτρεξε να φύγει. Η Χαρμολίνα το ανεκάλει:
-Αρέ! Αρέ συ! Πού την είδες την γίδα;... Ποιος την έλυσε;
-Κόπηκε το σκοινί! έκραξε μακρόθεν ο μάγκας.
Κι έγινεν άφαντος.
Είχε κοπεί το σχοινί της γίδας. Τις οίδε ποίος το έκοψε. Δεν ήτο απίθανον να το είχε κόψει αυτός ο ίδιος μάγκας, όστις έφερε την είδησιν.
Η χήρα ήτον έτοιμη να τρέξη εις τον λόφον, πέραν των Λιβαδιών, προς αναζήτησιν της περιπλανηθείσης γίδας.
Την ιδίαν στιγμήν, μιά γειτόνισσα έρχεται, φέρουσα λάγηνον1, παρακαλούσα την Χαρμολίναν να της επιτρέψει να γεμίση ολίγες στάμνες από το πηγάδι. Η χήρα αλλοφρονούσα, δεν της έδωκεν απάντησιν.
Ο Μαθιός, εξαετής, και το Ρηνιώ, πέντε ετών, έτρεχον άνω και κάτω θορυβούντα εις το ελαιοτριβείον. Ο Μαθιός εκράτει ένα παλιό στεφάνι από βαρέλι, και μίαν παλαιάν ρόκαν της γιαγιάς, και ήθελε, με την ρόκαν, να κάμνει το στεφάνι να τρέχη ως ρόδα. Το Ρηνιώ είχεν ένα παλιό καρφί κι ένα ξυραφάν ανοικτόν εις τα χέρια της.
Συγχρόνως, ένας μεγάλος μάγκας από την αγοράν εισέρχεται από την μεσημβρινήν πύλην, διά του κήπου, φέρων επ' ώμου μεγάλην δαμιτζάναν αδειανήν. Ο γαμβρός της τής παρήγγειλε να γεμίσει την δαμιτζάναν2 κρασί μοσχάτο απ' το καλό, το οποίον υπήρχε εις τα ισόγεια της οικίας, και να την στείλει αμέσως εις το μαγαζί διά του μικρού βαστάζου, επειδή ήθελε να το πωλήσει εις κάτι καλούς μουστερήδες3 ξένους.
-Μα καλά!... Δεν ξέρει πως η γυναίκα του έχει τους πόνους να γεννήσει! είπεν η μήτηρ. Ποιος να προφτάσει σ' όλα!...
Είπεν μεν, αλλά συγχρόνων έβαλε το χωνίον, κι έκαμε ν' ανοίξει την κάνουλαν του βαρελιού. Την στιγμήν εκείνην ηκούσθη αποπάνω, από την οικίαν, η φωνή της κόρης της: -Μάννα!...Μάννα!...
Και η ανδραδέλφη, ήτις ευρίσκετο πλησίον της ωδινούσης, εφάνη εις την θύραν, άνωθεν της εσωτερικής σκάλας.
-Συμπεθέρα! της ήρθε τώρα δυνατώτερος ο πόνος... Ποιός θα πάει για τη μαμμή;
Καθώς έκαμε ν' ανοίξει την κάνουλαν, η γραία, εδέησε να στραφή προς τα άνω· ο πίρος4 απεσπάσθη αποτόμως, το ευώδες ξανθόν μοσχάτον εχύθη μεθύσκον τον αέρα, […]. Έως να προλάβει να το μαζέψει, εχύθη αρκετόν καταγής.
-Ποιός θα πάει;... Εγώ, συμπεθέρα!... Ο αδελφός σου μου έστειλε τη δαμιτζάνα να γεμίσω κρασί... Τι λες;... να του παραγγείλω;...(ήθελε να προσθέση «να φροντίση εκείνος για τη μαμμή;» αλλά διεκόπη· μόνον επέφερε)· και για τη γίδα, που κόπηκε το σκοινί, και γυρίζει στα Κοτρώνια, ποιός θα πάει; [...]
Την ιδίαν στιγμήν η φωνή του Ιακώβου Ματθαίου ηκούσθη από την μεσημβρινήν θύραν του ελαιοτριβείου, την προς τον κήπον:
-E! τα' μαθες, πεθερά, έκραξεν ούτος μακρόθεν, η γίδα έκοψε το σκοινί στα Κοτρώνια κι ελάκησε... Τώρα μου έφεραν το χαμπέρι στο μαγαζί!... Δεν σου είπα εγώ να την αφήσεις εδώ με μια αγκαλίτσα χορταράκια να βοσκά;...Τι ήθελες να την πας στα Κοτρώνια, βρε αδελφέ!...
Είτα, ελθών πλησιέστερα.
-Τι; ακόμη δεν μπορείς να γεμίσεις την δαμιτζάνα;... Βλέπω, σου χύθηκε το κρασί... Άφεριμ!5 ίσα-ίσα το κέρδος που θελά-βγάλει κανένας! Τι λέω, το κέρδος; Ας βγάζαμε τα σκαφτικά και τα κλαδευτικά, που μας κοστίζει αυτό το γλυκό μοσχάτο, επέφερε με ήθος όξινον6 ο γαμβρός. [...]
Υστερον από δύο ώρας ευρέθη η γίδα, ησύχασαν τα παιδιά, η δαμιτζάνα με το μοσχάτον επωλήθη καλά εις το μαγαζί του Ματθαίου, και η κοιλοπονούσα εγέννησε και όγδοον παιδίον, άρρεν - το δέκατον, συλλήβδην7 και των νεκρών. Ηύξανον τα «χάρματα»8 της οικίας, επληθύνοντο τα βάσανα του κόσμου, επολλαπλασιάζοντο οι κόποι κι αι φροντίδες της πενθεράς.
Και η Χαρμολίνα, την μίαν μετά τα μεσάνυκτα, όταν εδυνήθη τέλος να κατακλιθεί9, όπως εύρει ολίγην ανάπαυσιν, κατά τινα στιγμήν, αίφνης εψιθύρισε:
-Αχ! δεν εγινόμουν καλόγρια!
Δυστυχώς δεν υπήρχον πλέον ούτε γυναικεία μοναστήρια εις την χώραν.
(1902)
______________________________________________________
1 λάγηνον = στάμνα. 2 δαμιτζάνα = μεγάλο γυάλινο δοχείο, καλυμμένο με ψάθινο ή πλαστικό πλέγμα, κατάλληλο για κρασί ή για νερό. 3 μουστερής = αγοραστής ή πελάτης και με επέκταση αυτός που ενδιαφέρεται για κτ. με σκοπό να το αποκτήσει. 4 πίρος = ξύλινο πώμα βαρελιού 5 Άφεριμ = μπράβο. 6 όξινος = ξινός. 7 συλλήβδην = όλοι ή όλα μαζί, χωρίς εξαίρεση. 8 χάρμα =για κτ. πολύ ωραίο που μας ευχαριστεί πολύ να το κοιτάζουμε, που το απολαμβάνουμε
9 κατακλίνομαι = ξαπλώνω στο κρεβάτι για να κοιμηθώ ή για να ξεκουραστώ.

KEIMENO 2: Γιούνγκ Τσάνγκ “Αγριόκυκνοι, τρείς κόρες της Κίνας”


Αφού συζητήσετε για το θέμα του κειμένου με ένα συμμαθητή σας (συμμαθήτρια σας) και εκφράσετε ο καθένας τις απόψεις του για τα στερεότυπα της συγκεκριμένης κοινωνίας και τη θέση της γυναίκας σ' αυτήν διατυπώστε τις ο καθένας (καθεμιά) σε ένα δικό του κείμενο σε μορφή άρθρου το οποίο θα έχει ως αφορμή το βιβλίο της Τσάνγκ και θα δημοσιευθεί σε διαδικτυακή εφημερίδα πολιτισμού. Στη συνέχεια διαβάστε ο ένας το άρθρο του άλλου και σχολιάστε το. Ποιες απόψεις σας βρίσκουν σύμφωνους (-ες), ποιες όχι και γιατί; Τι θα συμπληρώνατε ή τι θα αφαιρούσατε από το άρθρο; Η μορφή του κειμένου συνάδει με τη μορφή ενός άρθρου σε διαδικτυακή εφημερίδα;

  Σύμφωνα με το έθιμο, ο προπάππος μου παντρεύτηκε νέος, στα δεκατέσσερα, μια γυναίκα έξι χρόνια μεγαλύτερή του. Ένα από τα καθήκοντα μιας γυναίκας ήταν να βοηθήσει στην ανατροφή του άντρα της. Η ιστορία της γυναίκας του, της προγιαγιάς μου, ήταν ίδια με την ιστορία εκατομμυρίων γυναικών της Κίνας στην εποχή της. Η οικογένειά της, αφενός επειδή δεν ανήκε στο χώρο των διανοουμένων και συνεπώς δεν είχε θέση στο μανδαρινάτο, κι αφετέρου επειδή ήταν κορίτσι, δεν της έδωσε όνομα. Ήταν η δεύτερη κόρη και τη φώναζαν «Δεύτερο κορίτσι» (Ερ-για-τόου).
[] Οι δύο νέοι δεν συναντήθηκαν πριν το γάμο. Τότε θεωρείτο μεγάλη ντροπή, ίσως και οικογενειακός εξευτελισμός, να ερωτευτεί κανείς. Όχι επειδή ο έρωτας αποτελούσε ταμπού-άλλωστε υπήρχε αξιόλογη παράδοση ρομαντικής αγάπης στην Κίνα -αλλά διότι οι δύο νέοι δεν έπρεπε να βρεθούν κάπου όπου μπορούσε να τους συμβεί κάτι τέτοιο, εν μέρει επειδή ήταν ανήθικο να συναντηθούν κι εν μέρει επειδή ο γάμος ήταν πρώτα απ’ όλα ένα καθήκον, μια συμφωνία μεταξύ δύο οικογενειών.    Αν ήταν κανείς τυχερός μπορούσε να ερωτευτεί μετά το γάμο!… Αλλά το μεγαλύτερο προσόν της ήταν τα δεμένα πόδια της που στα κινέζικα ονομάζονταν «μικρούτσικα χρυσά κρίνα». Αυτό σήμαινε ότι περπατούσε σαν το «βλαστάρι της μικρής ιτιάς στο ανοιξιάτικο αεράκι», παραδοσιακή έκφραση που χρησιμοποιούσαν οι Κινέζοι «γνώστες» των γυναικών. Υποτίθεται ότι μια γυναίκα που περπατούσε με τα πόδια δεμένα προκαλούσε ερωτική επιθυμία στους άντρες, μια και φαινόταν να είναι ευάλωτη και να έχει ανάγκη προστασίας.
  Τα πόδια της γιαγιάς μου είχαν δεθεί όταν ήταν δύο χρονών. Η μητέρα της, που και κείνης τα πόδια ήταν δεμένα, της τα τύλιξε μ’ ένα άσπρο πανί, έξι μέτρα μάκρος, αφού πρώτα λύγισε τα τέσσερα μικρά δάκτυλα προς τα μέσα και κάτω από την πατούσα. Κατόπιν έβαλε μια μεγάλη πέτρα από πάνω για να σπάσει την καμάρα. Η γιαγιά μου στρίγκλιζε από τον τρομερό πόνο και την παρακαλούσε να σταματήσει. Η μητέρα της χρειάστηκε να της βάλει ένα πανί στο στόμα για να μη φωνάζει. Η γιαγιά μου λιποθυμούσε συνέχεια από τον πόνο.
  Η διαδικασία κράτησε αρκετά χρόνια. Ακόμα κι αφού είχαν σπάσει τα κόκαλα, τα πόδια έπρεπε να παραμένουν δεμένα νύχτα μέρα με χοντρό πανί, επειδή από τη στιγμή που θα έμεναν ελεύθερα θα επανέρχονταν. Χρόνια ολόκληρα η γιαγιά μου έζησε μ’ έναν αδιάκοπο, φρικτό πόνο. Όταν ικέτευε τη μητέρα της να λύσει τους επιδέσμους, εκείνη έκλαιγε και της έλεγε ότι τα άδετα πόδια θα τη κατέστρεφαν και ότι το έκανε για τη μελλοντική ευτυχία της.

 [] Εκείνη την εποχή όταν παντρευόταν μια γυναίκα, το πρώτο πράγμα που έκανε η οικογένεια του γαμπρού ήταν να εξετάσει τα πόδια της. Τα μεγάλα πόδια, τα φυσιολογικά πόδια δηλαδή, θα ρεζίλευαν το σπιτικό του. Η πεθερά σήκωνε τον ποδόγυρο της μακριάς φούστας της νύφης κι αν τα πόδια της ήταν πιο μακριά από δέκα εκατοστά, άφηνε τη φούστα να πέσει με μια χειρονομία που δήλωνε περιφρόνηση και αποχωρούσε με ύφος αγέρωχο, εγκαταλείποντας τη νύφη στο επικριτικό βλέμμα των καλεσμένων, που κοιτούσαν τα πόδια της με καταφρόνια μουρμουρίζοντας προσβλητικές εκφράσεις.

 Που και που, κάποια μάνα λυπόταν τη κόρη της κι έβγαζε το πανί που τύλιγε τα πόδια της. Αλλά όταν η κόρη μεγάλωνε και έπρεπε να υποστεί την περιφρόνηση της οικογένειας του άντρα της και την αποδοκιμασία της κοινωνίας, τότε κατηγορούσε τη μητέρα της για τον αδύναμο χαρακτήρα της.
 Το έθιμο να δένονται τα πόδια ξεκίνησε πριν από χίλια χρόνια, υποτίθεται από μια παλλακίδα του αυτοκράτορα. Οι άντρες όχι μόνο θεωρούσαν ερωτικό το θέαμα μιας γυναίκας με μικροσκοπικά ποδαράκια να κουτσαίνει, αλλά και ερεθίζονταν όταν έπαιζαν με τα δεμένα πόδια, που ήταν κρυμμένα μέσα σε κεντητά μεταξωτά παπούτσια. (…) Τα δεμένα πόδια είχαν σάπιο κρέας και βρωμούσαν όταν έβγαινε ο επίδεσμος αλλά οι άντρες σπάνια τα έβλεπαν γυμνά. Θυμάμαι τη γιαγιά μου, όταν ήμουν παιδί, να πονάει συνέχεια. Ο πόνος προερχόταν τόσο από τα σπασμένα κόκαλα όσο και από τα νύχια που μεγάλωναν μες το πέλμα της. (…)
    Πληροφορίες:
    Τα δεμένα πόδια ήταν ενα έθιμο που υφίστανται οι γυναίκες στην Κίνα για περίπου μια χιλιετία, ξεκινώντας απο το 10ο αιώνα και τελειώνοντας στο πρώτο μισό του 20ού. Κατά καιρούς έχουν υπάρξει διάφορες θεωρίες για να εξηγήσουν την προέλευση του εθίμου. Σύμφωνα με εναν παραδοσιακό θρύλο, ο πρίγκιπας της δυναστείας Sung (960-1279 μχ) Li Yu, απαίτησε απο μια παλλακίδα του να δέσει τα πόδια της για να εκτελέσει ενα χορό μπαλλέτου. Ο μύθος όμως που αναφέρεται σε μια αυτοκράτειρα της δυναστείας Shang είναι ίσως πιο πιθανός. Η συγκεκριμένη γεννήθηκε με το πόδι της παραμορφωμένο και προκειμένου να μην αισθάνεται “στιγματισμένη” απαίτησε τα νεαρά κορίτσια να έχουν δεμένα τα πόδια τους. Το έθιμο πάντως καθιερώθηκε ως μια πολυτέλεια των πλουσίων, κάνοντας τις γυναίκες να φαίνονται πιο “εξαρτημένες” και “λιγότερο χρήσιμες” στο σπίτι, ενω σύντομα αποτέλεσε προϋπόθεση για το γάμο τους. Οι οικογένειες που προέρχοταν απο τα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα, ήταν για πρακτικούς λόγους δύσκολο να εφαρμόσουν την παράδοση στις κόρες τους, ακριβώς επειδή χρειάζοταν εργατικά χέρια για τους αγρούς. Ωστόσο έχοντας την ελπίδα οτι έτσι μπορεί ενδεχομένως η κόρη να έχει εναν καλό γάμο με έναν γαμπρό ανώτερης τάξης, επιδίδονταν στο έθιμο. Βέβαια το αποτέλεσμα ήταν τα κορίτσια αυτά να εργάζονται στις έτσι κι αλλιως σκληρέςσυνθήκες της αγροτικής ζωής…χωρίς καλά καλά να μπορόυν να “σταθούν στα πόδια τους”.
    2.«Περί της σάρκας και του πνεύματος» της Κινεζοαμερικανίδας ποιήτριας Wang Ping (1957- ) / http://www.bookpress.gr
    Για 800 χρόνια τα δεμένα πόδια των γυναικών αποτελούσαν ό,τι πιο ωραίο και ερωτικό για τους Κινέζους άντρες. [...] ποθούσαν τους δύο ‘‘χρυσούς λωτούς’’ που δεν ξεπερνούσαν τις τρεις ίντσες. Θα πρέπει να ήταν τρελοί ή να είχαν πρόβλημα με την όσφρησή τους. Τα πόδια της γιαγιάς μου, τυλιγμένα με πανιά μέρα νύχτα, μύριζαν σαν ψόφιο ψάρι. [...] Οι Κινέζοι αγρότες αποκαλούν τις συζύγους τους: εκείνη που βρίσκεται στο σπίτι. Οι Κινέζοι διανοούμενοι αποκαλούν τις συζύγους και τις παλλακίδες τους: η κούκλα στο χρυσό σπίτι.
    ___________________
    Πηγή επιλογής κειμένων:http://www.slideshare.net/katerina60/ss-9581501

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου